Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΛΕΠΤΙΝΙΟΥ


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΛΕΠΤΙΝΙΟΥ
Ο οικισμός Λεπτινίου από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους ανήκε στον παλαιό Δήμο Φαλαισίας. Οι Κοινότητες, σαν ιδιαίτερες αυτοδιοικητικές μονάδες, ως γνωστόν ιδρύθηκαν με τον νόμο ΔΝΖ'/1912 του Ελ. Βενιζέλου. Για ένα διάστημα, προφανώς μέχρι να γίνει η πλήρης οργάνωση των νέων θεσμών, η Κοινότητα λειτουργούσε με υπηρεσιακό Πρόεδρο, τον Δημήτριο Νικ. Φίλιο. Σ’αυτό το διάστημα έπρεπε η Κοινότητα να κάνει απογραφή των κατοίκων, ώστε να καταρτισθούν επίσημα μητρώα. Η επιτροπή που συστήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1914 για τον «καταρτισμὸν τοῦ γενικοῦ μητρώου τῆς ἡμετέρας Κοινότητος ἀμφοτέρων τῶν φύλων», όπως στο σχετικό πρακτικό (Αριθμ. 6) του Κοιν. Συμβουλίου αναφέρεται, ολοκλήρωσε τις εργασίες της στις 6 Ιουλίου. Εν τω μεταξύ, στις 9/2/1914, έγιναν εκλογές και Πρόεδρος του χωριού εκλέχτηκε και ανέλαβε υπηρεσία από τις 24/3/1914 ο ΚΟΛΟΒΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ του ΓΕΩΡΓ., με μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου τούς ΜΑΥΡΙΚΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ του ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ, ΣΓΟΥΡΟ ΚΩΝ/ΝΟ του ΑΝΑΣΤ., ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟ ΘΕΟΔΩΡΟ του ΚΩΝ/ΝΟΥ και ΦΙΛΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ του ΝΙΚ., οι οποίοι και υπογράφουν το πρώτο «Μητρώο Άρρένων και θηλέων». Προσυπογράφει και ο «οικείος» εφημέριος π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΟΣ.
Στην καταγραφή αυτή του έτους 1914  καταγράφονται στο χωριό 407 κάτοικοι, ως εξής:
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΡΩΤΣΟΥ: απογράφηκαν 35, γεννημένοι από το 1834 έως το 1913
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ  ΚΕΦΑΛΑ: απογράφηκαν 20, γεννημένοι από το 1848 έως το 1913
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΟΛΟΒΟΥ: απογράφηκαν 71, γεννημένοι από το 1839 έως το 1913
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΟΥ: απογράφηκαν 13, γεννημένοι από το 1842 έως το 1905
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΑΥΡΙΚΗ: απογράφηκαν 33, γεννημένοι από το1845 έως το 1912
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: απογράφηκαν 11, γεννημένοι από το 1832 έως το 1900
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ: απογράφηκαν 17, γεννημένοι από το 1859 έως το 1911
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΕΤΡΟΥΛΙΑ: απογράφηκαν 35, γεννημένοι από το 1860 έως το 1911
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΡΑΒΑΝΗ: απογράφηκαν 27, γεννημένοι από το 1846 έως το 1913
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΓΟΥΡΟΥ: απογράφηκαν 39, γεννημένοι από το 1839 έως το 1913
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ: απογράφηκαν 50, γεννημένοι από το 1844 έως το 1913
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΦΙΛΙΟΥ: απογράφηκαν 56, γεννημένοι από το 1836 έως το 1913
Η πλέον πολυπληθής ευρύτερη οικογένεια είναι αυτή του Κολοβού με 71 άτομα, ενώ πολυπληθείς ήταν και οι οικογένειες Φίλιου, με 56 άτομα, και η οικογένεια Σπυρόπουλου με 50 άτομα. Οι πιο ολιγομελείς είναι αυτές του Κουμούτσου, με 13 άτομα, και του Μητρόπουλου με μόλις 11 άτομα, που όμως μέλος της ήταν ο γηραιότερος κάτοικος του χωριού, η Μητροπούλου Γιαννούλα σύζ. Κωνσταντίνου γεννημένη το 1832.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ονόματα που έδιναν και έτσι έχουν καταγραφεί. Στις γυναίκες εκτός από τα κοινά και συνηθισμένα ονόματα (π.χ. Βασιλική, Παναγιώτα, Σταυρούλα, Ελένη, Μαρία), είναι σε χρήση πολλά γνωστά υποκοριστικά, όπως Τασιώ, Δημήτρω, Βασίλω, Αγγέλω, Γιαννούλα, ή Χριστίτσα, συναντάμε όμως και πολλά άλλα σπανιώτερα, ιδιαίτερης ομορφιάς και ευαισθησίας, όπως Αθανασούλα, Σταθούλα, Αννιώ, Μαρουδή, Ζωίτσα, Δεσπούλα, Βγενικούλα, Γαρυφαλλιά. Εντύπωση κάνουν και τα αρχαιοελληνικού ύφους ονόματα, όπως Πολυξένη, Πηνελόπη, Χρυσάνθη, Χαρίκλεια, Καλλιρόδη, Μελπομένη, Αφροδίτη, Αθηνά και τα πιο ασυνήθιστα και σπάνια όπως Κανδιάνα, Αμαλία, Βενέτα, Όλγα, Κοντήλω, Τρισεύγενη, Θεοφάνω.
Και στους άρρενες επίσης εκτός από τα κοινά και συνηθισμένα ονόματα γίνεται χρήση μιας μεγάλης γκάμας αρχαιοελληνικών ονομάτων όπως, Λυκούργος, Αριστείδης, Αριστομένης, Περικλής, Λεωνίδας, Αγησίλαος, Δημοσθένης, Αλέξανδρος, Επαμεινώνδας, Ξενοφών, Θρασύβουλος, Νεοπτόλεμος, χωρίς να αφήσουμε αμνημόνευτα τα πιο απίθανα ονόματα όπως Ασημάκης, Σταματέλλος και Αναγνώστης.




ΚΤΗΤΟΡΙΚΟΝ και ΑΝΕΚΔΟΤΑ του ΛΕΠΤΙΝΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑΣ - 13

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΦΙΛΙΟΥ

Ἀπὸ τ’ Ἁρκουδόρεμα ἦρθε ὁ Παναγιώτης Φίλιος. Τὸν Γκίτα τὸν Φίλιο μὲ τὰ παιδιά του Παναγιώτη, Δημήτρη, Στάθη, Φίλιππο καὶ Κώστα τοὺς βρίσκουμε στὸ χωριὸ στὶς ἀρχὲς τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21. Τότε σκοτώθηκαν ὁ Φίλιππος κι ὁ Στάθης.
Ὁ Παναγιώτης εἶχε τὸν Γκίτα ἤ Κόπανο, γνωστὸ γιὰ τὸ μούτζωμα καὶ τὸν Βασίλη, τὸν γέρο Βάσιο. Ὁ Δημήτρης εἶχε τὸν Γκίτα ἢ Πασιὰ καὶ τὸν Θανάση.

γερο Κόπανος εἶχε μαγαζί. «Κλεφτομάγαζο». Νιὰ φορὰ πάει κάποιο παιδὶ καὶ τοῦ δίνει μνιὰ δραχμὴ νὰ τὴν κάνει δεκάρες. Κάνει λάθος ὁ γερο Κόπανος καὶ τοῦ δίνει 11 δεκάρες. Σὲ λίγο καταφτάνει ὁ μικρὸς μὲ ἄλλη δραχμή. Ὁ γερο Κόπανος τοῦ ’δωσε 9 δεκάρες.
- Μπάρμπα, τοῦ λέει ὁ μικρός, ἐννιὰ δεκάρες μοῦ ’δωκες ἀντὶς γιὰ δέκα.
- Τὶς ἐννιὰ τὶς εἶδες, τὶς ἕντεκα δὲν τὶς εἶδες; τ’ ἀπαντάει ὁ γερο Κόπανος.

γερο Βάσιος ἤτανε πολυφαγάς. Ὅταν ἔτρωγε γάλα μὲ ἄλλους τσιοπάνηδες - ἀπὸ τὴν ἴδια τσιανάκα φυσικά - στὸ τέλος ἔλεγε:
- Θὰ ’ν τὸ μάσουτε1 ἤ θὰ ’ν τὸ μάσω;
Τὸν ξέρανε κι ἀποφεύγανε συνήθως οἱ ἄλλοι - «μάσ’ το» - τοῦ ’λεγαν. Νιὰ φορά, ποὺ λέτε, ἦρθε ὁ κουνιάδος του ἀπὸ τὴ Βελανιδιὰ τῆς Μεσσηνίας. Ἔτριψαν γάλα2 καὶ στὸ τέλος ρώτησε ὁ γερο Βάσιος:
- Θὰ ’ν τὸ μάσεις, ἀδερφέ μου, ἤ θὰ ’ν τὸ μάσω;
- Θὰ ’ν τὸ μάσω!, τοῦ λέει ὁ Βελανιδαῖος.
Δὲν τά ’χασε ὁ γερο Βάσιος.
- Ἔ, τότες ἄς τὸ μάσουμε μαζί…

Κάποτε τρώγανε λάχανα. Ρίξανε λίγο λάδι καὶ κάποιο λεϊμόνι ποὺ τότε δὲν τό ’βρισκες εὔκολα. Ὁ γερο Πασιάς, ποὺ ἔτρωγε κι αὐτὸς μαζί, ἔβρεχε τὴ μπουκιά του στὸ πάνω μέρος ποὺ ἤτανε τὸ λάδι. Ὁ γερο Βάσιος, ποὺ ἀνακάτωνε συνέχεια τὰ λάχανα δὲν ἄντεξε καὶ τοῦ λέει:
- Ἀδερφέ μου, στὸν πάτο εἶναι τὸ ξινό!...

γερο Βάσιος ἤτανε ὀπαδὸς τοῦ Κοσσιονάκου, δημοκρατικοῦ πολιτευτῆ. Ὁ Πασιὰς ἤτανε τοῦ Φλέσσα, πολιτικὰ ἀντίθετος.
Σὲ κάποιες ἐκλογὲς ἀργούσανε νὰ βγοῦνε τὰ ἀποτελέσματα κι ὁ Παναγιώτης ὁ Πετρούλιας ὁ Λαγὸς φώναξε τοῦ γερο Βάσιου:
- Γέρο Βάσιο, ἔχουτε κάνα νέο;
- Ρίχνετ’ ἀραιὲς ντουφεκιές, ἀπαντάει ὁ γερο Βάσιος, κατὰ τοῦ Πασιὰ τὴν πόρτα, ὥσπου νὰ μάθουμε τ’ ἀποτελέσματα.

Ὁ Γκίτας ὁ Κόπανος εἶχε τὸν Νίκο, τὸν Παναγιώτη καὶ τὸν Θανάση τὸν Ἀναγνώστη. Ὁ γερο Βάσιος εἶχε τὸν Γιάννη (παπα Γιάννη), τὸν Χρήστο, τὸν Νίκο, τὸν Κώστα καὶ τὸν Γιώργη.

Νίκος, ὁ Νικολάκης ὅπως ἔμεινε γνωστός, ἤτανε καλὸς κυνηγὸς καὶ πολὺ βλάστημος. Παντρεύτηκε τὴν Εὐθυμία Σωφρονᾶ ἀπὸ τὸν Ἄκοβο.
 Τοὺς Σωφροναίους τοὺς λέγανε Μπλιοναίους κι ὁ Νικολάκης κληρονόμησε τὸ παρατσούκλι Μπλιόνης. Τοὺς ἀπογόνους του τοὺς λένε μέχρι καὶ σήμερα Μπλιοναίους.

Παναγιώτης ἤτανε ἄνθρωπος μονόχνωτος καὶ ἀπόμακρος. Ὄνομα καὶ πρᾶμα «Κόπανος».

Θανάσης ὁ Ἀναγνώστης παντρεύτηκε στὰ Πάνου Γιανναίικα. Πῆγε σώγαμπρος καὶ κληρονόμος τοῦ Ἠλία Χρηστάκη. Εἶχε πολλὰ χτήματα, μὰ δὲ ρίζωσε στὰ Πάνου Γιανναίικα. Τὰ πούλησε καὶ ξαναγύρισε στὸ Λεφτίνι.

τανε ταχτικὸς ψάλτης. Καὶ ὄντις3 τοῦ ταίριαζε γιὰ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας καθότι ἤτανε σεβαστὸς καὶ χαμηλῶν τόνων ἄνθρωπος.

Κάποια φορὰ στὴ λειτουργία ὁ Ἀναγνώστης βρέθηκε σὲ ἀπορία τί ἔπρεπε νὰ εἰπεῖ καὶ σταμάτησε.
- Ψάλε Ἀναγνώστη!, τοῦ λέει ἀπὸ μέσα ὁ παπα Γιάννης.
- Δὲν μπορῶ, μὲ πονάει τὸ δάχτυλό μου…, ἀποκρίθηκε ὁ Ἀναγνώστης.

Ἀναγνωστοῦ, ἡ Γιαννούλα Χρηστάκη, ἤτανε καμωματοῦ,4  ὅπως μολόγαγε5 ἡ ἀδερφὴ τοῦ Ἀναγνώστη ἡ Ἑλένη ἡ Νικολοβασίλαινα.
 Ἅμα τὴ ζόριζε ὁ Ἀναγνώστης γιὰ κανιὰ δουλειὰ τού ’λεγε:
- Ἀναγνώστη!, μὲ μαλώνεις καὶ θ’ ἀρρωστήσιω!...

Γιὰ κάποιο λόγο, ἔφυγε νιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ χωριό. Εἶχε ρίξει χιόνι καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει ἀχνάρια καὶ τὴ βροῦνε, ἔβαλε τὰ γουρνοτσάρουχα ἀνάποδα…

γριεύτηκε νιὰ φορὰ ἡ Κοκκίνω, τὸ μουλάρι τους, τὴν παράσυρε τὴν Ἀναγνωστοῦ καὶ τὴ γκρέμισε. Ἔμεινε κάτου ξερή. Ἔτρεξε τότες τὸ χωριὸ νὰ βοηθήσουνε κι ὁ γερο Γιώργης ὁ Φίλιος, ὁ Μοῦργος, τὴν πῆρε καλικούτσια6 γιὰ νὰ ’ν τὴ μεταφέρει. Ἐνῶ ἤτανε, λέει, ἀναίσθητη, ἅμα συναντάγανε κανέν’  ἀντινόμι7 …ἀντεσήκωνε τὰ πόδια της…
Τότε καταλάβανε πὼς τοὺς κορόιδευε.

Τὸ τραγούδι τῆς Ἀναγνωστοῦς ἤτανε:
                             «βατσικιτσιό, βατσικιτσιό,
                             στὸ κρεβατάκι νὰ σὲ εἰδῶ».

Ὁ Ἀναγνώστης ἀπόχτησε δύο γιοὺς, τὸν Δημήτρη ἤ Μήτσιο καὶ τὸν Βασίλη ποὺ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Καλαμάτα.

Βασίλης ἄφηκ’ ἐποχὴ σὰν καλλίφωνος. Ὅπου γλέντι, ἦταν παρὼν μὲ τὸ τραγούδι του. Ἤτανε καὶ καλὸς ψάλτης. Ὁ γράφων τὰ πρῶτα βήματα στὸ ψαλτήρι τὰ πῆρε ἀπὸ τὸν Βασίλη.

παπα Γιάννης ἤτανε ἥσυχος ἄνθρωπος, ἀλλὰ κάποτε μάλωσε μὲ τὸ Σγουρογιωργάκη. Πῆγε στὸ μαγαζὶ καὶ παράγγειλε μισὴ ὀκὰ κρασὶ νὰ πιοῦνε. Ὁ Γιωργάκης ἄρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ ἀπειλεῖ. Γυρίζει τότε ὁ παπα Γιάννης καὶ τοῦ λέει:
- Μὲ τὸ στόμα Γιωργάκη λέγε ὅ,τι θέλεις καὶ φέρε καὶ τὸ κρασί. Πρόσεξε μόνο μὴ βάλεις χέρι πάνου μου, γιατὶ τότες ὁ παπὰς θὰ γίνει Γιάννης καὶ θὰ βάλει φουστανέλα…

παπα Γιάννης εἶχε ἀμπέλι στ’ Ἀρκουδόρεμα καὶ συνόρευε μὲ τὸν Τσιεκά. Κάποτε στὸ σύνορο8 τσακωθήκανε, ἤρθανε στὰ χέρια κι ὁ παπα Γιάννης τὸν ἔβαλε χάμου τὸν Τσιεκά. Τοὺς βλέπει ὁ Πασιὰς ἀπὸ ἀπέναντι καὶ φωνάζει:
- Παπα Γιάννη, ντροπή σου!.
Γυρνάει κι ὁ παπὰς καὶ τοῦ λέει:
- Τώρα πού ’βαλα τὸ Γκίτα χάμου, ντροπή σου παπά· πότε9 ἦταν ὁ παπὰς χάμου καὶ λαγκόδερνε10 δὲν ἦταν ντροπή;

Ὁ παπα Γιάννης εἶχε τοὺς Βασίλη, Δημήτρη, Κώστα, Νικόλα καὶ Φίλιππα. Ὁ Βασίλης ἔγινε κι αὐτὸς παπάς. Ἤτανε γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ δάσκαλος.

παπα Βασίλης εἶχε πολυμελὴ οἰκογένεια. Ὅταν ἤτανε πενήντα χρονῶν ἡ παπαδιά του ἔμειν’ ἔγκυος. Πιὸ πρὶν ὁ παπα Βασίλης πείραζε τὸν Κοκονόγιαννη γιατὶ ἔκανε τὸ Νίκο σὲ μεγάλη ἡλικία.
Ὅταν σημάδεψε11 λοιπὸν ἡ παπαδιά, ὁ Κοκονόγιαννης δὲν τοῦ τὸ χάρισε.
- Καὶ καλὰ καὶ ἐμεῖς καὶ οἱ λαϊκοὶ παπα Βασίλη, ἀλλὰ κι ἐσεῖς καὶ οἱ παπάδες;
- Σατανικὸς πειρασμός…, τ’ ἀπαντάει ὁ παπάς.

Ἀρεστείρης ὁ Σγοῦρος, γαμπρὸς τοῦ παπᾶ, ἤτανε Πρόεδρος στὸ χωριὸ τότε μὲ τὴν ἱστορία τῆς ἀκρίδας, ποὺ ἔχουμε εἰπεῖ. Ὁ παπα Βασίλης ἤτανε Γραμματέας.
Περσέψανε λοιπὸν πέντ’ ἕξι ντενεκέδες πετρέλαιο κι εἴπανε νὰ ν’ τὸ μοιράσουνε. Ὁ Ἀρεστείρης ὅμως πούειχε μαγαζὶ τόειχε πουλημένο τὸ πιὸ πολύ. Ὅταν τὸ ζήτησ’ ὁ παπάς, ὁ Ἀρεστείρης τοῦ παρούσιασε μόνο ἔνα δοχεῖο.
- Πούειναι τ’ ἄλλα Γκιαγκιά; (Ἔτσι λέγανε τὸν Ἀρεστείρη).
- Αὐτὸ εἶναι…
Ἀπὸ τὰ νεῦρα του ὁ παπὰς παίρνει τὸ ντενεκὲ στὶς κλωτσιὲς σὰν κλωτσοσκούφι. Πάει τὸ πετρέλαιο…

Στὴ λειτουργία νιὰ φορά, βγῆκε μὲ τ’ Ἅγια ὁ παπα Βασίλης, εἶπε τὶς εὐχὲς κι ἔφτασε νὰ μνημονέψει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀλλὰ εἶχε ξεχάσει τ’ ὄνομα.
- Τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν…τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν…τοῦ…, γυρνάει στὸν ψάλτη του, - πῶς τὸν λέν’ τὸ μακαρίτη Βασιάκη;…

Τὸ Ψυχοσάββατο τῆς Πεντηκοστῆς ἡ γριὰ Μούργαινα (ἡ χήρα τοῦ Γιώργη τοῦ Φίλιου, τοῦ Μούργου) πῆρε τὸν παπὰ νὰ ψάλλει στὸ μνῆμα τοῦ μακαρίτη τοῦ ἄντρα της. Ἡ ἐκταφὴ εἶχε γίνει πρὶν ἕνα χρόνο, ἀλλὰ κάποια ἀπὸ τὰ ροῦχα του δὲν εἶχαν λειώσει καὶ τὰ εἴχανε ξαναχώσει.
- Ἄ,12 ψάλλε ἂ ’δῶ, ἂ παπα Βασίλη, γιατὶ ἐδῶ εἶναι ἂ τὰ πράματα τοῦ Γιωργούλη.
Πρέπει νὰ εἰποῦμε ὅτι ὁ Γιωργούλης εἶχε κήλη, «τρομπόνια», καὶ τὸ μυαλὸ τοῦ παπὰ πῆγ’ ἐκεῖ.
Ἄρχισε ὁ παπα Βασίλης νὰ ψέλνει χαμογελώντας. Ὅταν ὅμως εἶπε «τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου Γεωργίου», ἔχασε τὸν ἔλεγχο κι ἀρχίνησε νὰ γελάει πέφτοντας πάνου στὸν πάντα ἀκόκουθό του Βασίλη Κολοβό.
- Βασιάκη, ἐδῶ εἶναι τὰ «πράματα» τοῦ Γιωργούλη…

Ὁ Θανάσης τοῦ Δημήτρη εἶχε τὸν Δημήτρη τὸν Πλύμμα καὶ τὸν Ἀντώνη ἤ Κουλουραντώνη.
Ὁ γερο Πασιὰς εἶχε τὸν Μήτσιο, τὸν Γιώργη - μέγα γλεντζέ - καὶ τὸν Παναγιώτη.

Μήτσιος, ποὺ τὸν λέγανε Κοκκινά, ἔκανε καὶ τὸν ψάλτη. Νιὰ φορὰ ἔψελνε μὲ τὸν Μαυρικοπαναγιώτη κι ἡ γιορτὴ ἦταν Μεγαλοβασιλιάτικη.13 Στὸ Μεγαλυνάριο, τοὺς λέει ὁ παπὰς μέσα ἀπὸ τὸ Ἱερὸ νὰ εἰποῦνε τὸ «Ἐπὶ σοὶ χαίρει». Ἄρχινάει ὁ Μαυρικοπαναγιώτης νὰ ψέλνει ξεφυλλίζοντας νὰ τὸ βρεῖ, γιατὶ δὲν τόηξερε ἀπ’ ὄξω, μὰ δὲν τό ’βρισκε. Γυρνάει καὶ λέει τοῦ Κοκκινᾶ ποὺ καμάρωνε.14
- Λέγε καὶ σὺ Κατσιαμπανολένη!...
Ἀπὸ τότε ὁ Κοκκινὰς ἔπαψε νὰ ψέλνει.

Πασιογιώργης ἔκανε κουμπάρο ἕνα γύφτο ἀπὸ τὴ Μερόπη τῆς Μεσσηνίας. Κάποτε πῆγε ἐκεῖ καὶ μπῆκε σ’ ἕνα καφενεῖο. Γιὰ νὰ ’ν τὸν πειράξουνε οἱ πονηροὶ ποὺ πίναν τὸν καφέ τους, σηκωθήκανε οὗλοι μαζὶ καὶ τοῦ δώσανε τὸ χέρι λέγοντας:
- Καλῶς τὸν κουμπάρο!.
Χωρὶς νὰ ’ν τὰ χάσει ὁ Γιώργης γυρνάει καὶ τοὺς λέει:
- Ρὲ παιδιά, ἐγὼ ἕνα γύφτο ἔκαμα κουμπάρο καὶ τοὺς γύφτους ἔχω κουμπάρους. Μήπως εἴσαστ’ οὗλοι γύφτοι;

Παναγιώτης ἤτανε γνωστὸς σὰν Καραγιάννης ἤ ὡς Π.Φ. ἀπὸ τ’ ἀρχικὰ τοῦ ὀνόματός του. Ὅταν μίλαγε, παντοῦ στὴν κουβέντα του ἔλεγε: «κατάλαβες αὐτὸ καὶ σοῦ ’πα καὶ μοῦ ’πες, τοῦτ’ αὐτὰ καὶ τὰ ρέστα, τὸ ἑξῆς ζήτημα. Αἴφνης λοιπόν, αὐτὸ νά ’χεις ὑπόψη σου».
Χάιντε νὰ βγάλεις ἄκρη…

Εἶχε πάει καὶ στὴν Ἀμερικὴ ὁ Παναγιώτης. Κάποτε, ἐκεῖ, εἶχε ξεμείνει ἀπὸ δουλειά. Τελικὰ τὸν βάλανε σ’ ἕνα σφαγεῖο. Τὸ σφαγεῖο ἤτανε ψηλὰ καὶ τὶς πατσιὲς καὶ τὰ ἐντόσθια τὰ ρίχναν’ ἀπὸ ἕνα μεγάλο χωνὶ σ’ ἕνα χαμπηλότερο15 μέρος. Δουλειὰ τοῦ Παναγιώτη θὰ ἤτανε νὰ μεριάζει τὶς πατσιές, γιὰ νὰ τὶς πηγαίνουν γιὰ πλύσιμο.
Πῆγε κανονικὰ στὴν ὥρα του καὶ περίμενε. Ὥσπου ν’ ἀρχινήσουν ὅμως τὸ ξεκοίλιασμα τῶν ζώων ἤθελε καμπόσο χρόνο. Ὁ Παναγιώτης ἔσκυψε νὰ εἰδεῖ γιατὶ ἀργούσανε. Καθὼς ὅμως ἔβαλε τὸ κεφάλι του στὸ χωνί -χλάπ- τοῦ ’ρχεται νιὰ πατσιὰ στὴ μούρη. Γιόμισε μπρουστούρα16 ὁ Παναγιώτης κι οὔτε ποὺ ξαναπάτησε ἐκεῖ.

Δημήτρης ὁ Πλύμμας ἤτανε ἀγαθὸ ἀνθρωπάκι. Παντρεύτηκε τὴν Ἑλένη τοῦ Κολοβαντώνη. Ἦταν ἀγαπημένοι μέχρι τὸ τέλος. Ὁ Δημήτρης τὴν ἔλεγε «Ἑλένη κολίτσι» κι ἡ Ἑλένη, «Δημήτλη παλληκάρι».

Τῆς φώναζε νιὰ φορά:
- Μωλ’ Ἑλέν’…
- Τί θέλεις, Δημήτλη;
- Ἔλα γιώ…
- Τί θέλεις;…
- Θέλω νὰ σὲ ζωγλαφίσω!...

ταν πέθανε ἡ γυναίκα τοῦ Μήτσιου τοῦ Παπαδόπουλου, ἡ Γιαννούλα - κόρη τοῦ παπα Γιάννη -, ὁ Πλύμμας ἤτανε στὸ Δυρράχι. Ὥσπου νὰ ’ρθεῖ στὸ χωριὸ τὴν εἴχανε κηδέψει. Ἐρχότανε νύχτα. Κάποιοι κογιόνηδες17  θελήσανε νὰ ’ν τόνε σκιάξουνε. Κρυφτήκανε στὸ νεκροταφεῖο κι ὅταν πέρναγε ὁ Πλύμμας ἀρχινήσανε τὰ βογγητά. Νόμισε τότες ὅτι τὴ θάψανε ζωντανὴ τὴ Γιαννούλα καὶ μνιὰ καὶ δυὸ στὰ Κριλαγαναίικα. Τοὺς βρῆκε μαζωμένους στὶς παρηγοριές. Ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ τοὺς λέει:
- Ρὲ βοϊδαράδες, τί κάνουτε ’δῶ κι ἔχουτε τὴ χριστιανὴ θαμμένη;!
- Ἔλα Δημήτρη τὸ ξέρουμε…, τοῦ λέει ὁ παπα Γιάννης ποὺ γνώριζε τὴν ἀγαθότητα τοῦ Πλύμμα.

ταν πέθαν’ ὁ Πλύμμας ἡ γριὰ Πλύμμαινα εἶχε νιὰ γίδα ποὺ μασταρώθηκε.18 Συνηθιζότανε στὴν περίπτωση αὐτὴ νὰ «ξαφνιάζουνε» τὸ ζωντανὸ μὲ μπαρούτη. Πῆρε ἡ γριὰ λίγη θράκα, ἔριξε τὴ μπαρούτη, φούντωσ’ ἡ γίδα, φούντωσ’ ἡ γριά, τὰ παρατάει καὶ πάει στὰ Κολοβαίικα στ’ ἀνήψια της. Βρῆκε τὸν Παπαφλέσσια, τὸ Γιώργη καὶ τὸ Γεράσιμο καὶ τοὺς παρακάλεσε νὰ πᾶνε νὰ εἰδοῦνε μὴν ἀνάψει τὸ σπίτι.
Πήγανε, ἀνοίξανε καὶ τηράξανε μέσα. Στὰ σκοτεινὰ λαγκούριζαν19 τὰ μάτια τῆς γίδας. Ὁ Γερασιμάκος, πιὸ… θαρραλέος ἀπ’ ὅλους βάνει νιὰ φωνή:
- Ὁ Πλύμμας!!!...
Μπράτ! λακᾶνε, πηδᾶνε τὸ μπαλκόνι ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο κι ἀκόμα πηλαλᾶνε…
__________________________________________

  1. μαζώνω (ἀόρ. ἔμασα)=μαζεύω.
  2. τρίβω γάλα=τρίβω ψωμὶ στὸ γάλα. Ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια γεύματα τῶν τσοπάνηδων.
  3. ὄντις=ὄντως, πράγματι.
  4. καμωματοῦ=αὐτὴ ποὺ κάνει καμώματα, ναζιάρα.
  5. μολογάω=διηγοῦμαι, ἀφηγοῦμαι.
  6. καλικούτσια=καβαλικευτὰ στὸν ὧμο.
  7. ἀντινόμι=σήκωμα, ἀνωμαλία τοῦ ἐδάφους, ἐμπόδιο.
  8. Τὰ σύνορα τῶν κτημάτων ἦταν μόνιμο σημεῖο διαφωνιῶν.
  9. πότε=ὅταν.
10. λαγκοδέρνω=ἀγωνίζομαι νὰ ἀπελευθερωθῶ, σπαρταράω.
11. σημαδεύω (γιὰ ἔγκυες)=ἡ ἐγκυμοσύνη γίνεται ἐμφανής.
12. Τὸ «ἄ» τὸ ἀπέδιδαν στὴν κουβέντα τῆς γρια Γιώργαινας.
13. Μεγαλοβασιλιάτικη (γιορτὴ/λειτουργία)=Ἡ λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴ μεγάλη διάρκεια καὶ κάποιους
      ἰδιαίτερους ὕμνους.
14. καμαρώνω=(ἐδῶ) κορδώνομαι χωρὶς λόγο, χαζεύω.
15. χαμπηλός=χαμηλός.
16. μπρουστούρα=οἱ ἀκαθαρσίες ποὺ εἶναι στὰ ἐντόσθια καὶ τὶς κοιλιὲς τῶν ζώων.
17. κογιόνης=αὐτὸς ποὺ κογιονάρει, περιπαίζει, κοροϊδεύει.
18. «μασταρώθηκε»=ἔπαθε φλόγωση τοῦ μαστοῦ.
19. λαγκουρίζω=γυαλίζω, λάμπω.


ΚΤΗΤΟΡΙΚΟΝ και ΑΝΕΚΔΟΤΑ του ΛΕΠΤΙΝΙΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑΣ - 12

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ  ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ


 Ὁ Σπῦρος Βρῶτσος, ὅπως ἔχουμε εἰπεῖ, ἀφοῦ κρεμάστηκε ὁ ἀδερφός του ὁ Γιάννης, γράφτηκε Σπυρόπουλος. Εἶχε γιοὺς τὸν Στάθη καὶ τὸν Θανάση.
Στάθης εἶχε τὸν Νικολάκη (Σταθονικολάκη), τὸν Σπύρο, τὸν Γιάννη καὶ τὸν Λεωνίδη. Ὁ Σταθονικολάκης ἐγκαταστάθηκε, γύρω στὰ 1920, στοῦ Μελιγαλᾶ.

Σπῦρος μὲ τὸν Λεωνίδη καὶ τὸν Γιάννη εἴχανε συνεταιρικὰ ἕνα πηγάδι, ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα μὲ τ’ ὄνομα Σπυραίικο. Οἱ δύο πρῶτοι εἴχανε καὶ κῆπο. Ὁ Γιάννης εἶχε δικαίωμα νὰ παίρνει μόνο νερό.
Κάποτε, τὸν Ἰούλιο, τὸ νερὸ ἤτανε λίγο καὶ δὲν ἔφτανε νὰ ποτίζουνε τὶς κολοκυθιές. Δὲν ἀφήνανε, λοιπόν, τὸν Γιάννη νὰ παίρνει νερὸ κι ἀρχινήσανε τοὺς τσακωμούς. Ἡ κόρη τοῦ Γιάννη μάλιστα πῆγε κι …ἔχεσε μεσ’ στὸ πηγάδι.
Φαίνεται πὼς τὰ πράματα πήρανε ἄσκημο δρόμο γιατὶ νιὰ ἡμέρα ’κεῖ ποὺ ἁλωνίζανε τοὺς φώναξε ὁ Γιάννης:
- Ρέ κερατάδες, ἐγὼ δὲ θὰ κάτσω νὰ μὲ σκοτώσουτε σὰν τὸν Παναγόγιαννη!.
Τ’ ἄκουσε ὁ Γιωργάκης Σγοῦρος, ἔβαλε μάρτυρες καὶ τοὺς κατάγγειλε. Πέσαν’ οὗλοι ἀπάνω. Ὁ ἀδερφός τους ὁ Σταθονικολάκης πῆγε στὸν Παναγογιώργη, ἀδερφὸ τοῦ σκοτωμένου Παναγόγιαννη, τὸν παρακάλεσε καὶ πῆγε στὸ δικαστήριο μ’ ἕνα ψεύτικο γράμμα καὶ κατάθεσε ὅτι ὁ ἀδερφός του τάχατες βρίσκεται στὴν Ἀμερική. Ἔτσι γλύτωσαν ὁ Σπῦρος κι ὁ Λεωνίδης τὴν τιμωρία.
Γιὰ νὰ ψευδομαρτυρήσει ὁ Παναγογιώργης, ὁ Σταθονικολάκης ὑποχρεώθηκε νὰ δώσει τὴν κόρη του τὴ Σταυρούλα στὸν γιὸ τοῦ Παναγογιώργη τὸν Νικολὴ τὸν Βοῦρκο, πούειχε χηρέψει.

ταν ἤτανε νὰ παντρευτεῖ ὁ Σπῦρος τὴ Σιωρομαριὰ ἀπὸ τὸ Δυρράχι, κι ἐνῶ οἱ Δυρραχίτες γλεντάγανε καὶ περιμένανε τὸ συμπεθεριό, αὐτὸς πῆρε τὰ ζά του καὶ τὰ πῆγε γιὰ βοσκή. Ἤθελε νὰ πάρει περσότερη προίκα…

Γιάννης παντρεύτηκε τὴ Γιωργίτσα τοῦ Μαυριανοθοδωράκη. Ὅταν ἦταν ἀρρεβωνιασμένος βρῆκε τὸν μπάρμπα του τὸ Ραβανογκίτα στοῦ ’Σχήρας1 καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ’ν τοῦ μάθει χορό. Ἔτσι ἔμεινε αὐτὸ ποὺ λέγανε γιὰ πολλὰ χρόνια: «πάτα ’δῶ, πάτα ’κεῖ, ἔ, ἅμα βγάλεις καὶ τὸ πόδι σου πρὸς τὰ ὄξω, ἐντάξει εἶσαι».
Ὁ Γιάννης γιὰ πολλὲς ἡμέρες πήγαινε στὸ ἴδιο μέρος, πιανότανε ἀπὸ νι’ ἀρμουτζιὰ καὶ χόρευε τραγουδώντας:
              «Σήκωσ’ τὸ φουστανάκι σου
              νὰ εἰδῶ τὸν …ἄσσο κούπα!...».

πως εἴπαμε ὁ Γιάννης παντρεύτηκε τὴ Γιωργίτσα τοῦ Μαυριανοθοδωράκη. Ὁ κουνιάδος του ὁ Ἀλέξης εἶχε πάρει ξαδέρφη του, τὴ Θανασούλα.
Κάποτ’ ὁ Γιάννης ἔχασε τὸ βόιδι του. Βλέπει κάπου τὸν πεθερό του καὶ τοῦ φωνάζει:
- Ἔ, ἔ, συμπέθερε Θοδωράκη, μὴν εἶδες τὸ βόιδι μου;
- Ὄχι, ρὲ παιδί μου δὲν τόειδα, ἀποκρίνετ’ ὁ Θοδωράκης. - Ἐδῶ μὲ τὰ δικά μου μόνο τοῦ γαμπροῦ μου τοῦ Γιάννη εἶναι…

Κάποτ’ ὁ Γιάννης τσακώθηκε μὲ τὴ γυναίκα του στὸ χωράφι. Θὰ ’ν τὴ καταχέρισε φαίνεται, γιατὶ μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἔλεγε:
- Τὴ Γιωργίτσα στὶς Τρουπίτσες2 τὴ βαρέσαν’ οἱ …πετρίτσες!…

Ὁ Γιάννης εἶχε τρεῖς γιούς. Τὸν Γληγόρη, τὸν Μήτσιο καὶ τὸν Λιά.

Τὸ Μήτσιο τὸν πάντρεψε μὲ μνιὰ ἀπὸ τὴ Μερόπη τῆς Μεσσηνίας. Πῆγε τὸ συμπεθεριό, στεφανώσανε καὶ κινήσανε γιὰ τὸ χωριό. Τὰ νιογάμπρια ὅμως εἴχανε κάποιο πρόβλημα. Ἡ νύφη κατὰ τὸ ἔθιμο, ἔπρεπε νὰ δώσει «ἀποδειχτικό» τῆς ἁγνότητάς της.
Ὁ Στρουμπούλης ὅμως, ὁ Μήτσιος, ἦταν ὑπάλληλος τοῦ Κριμπᾶ στὴ Μερόπη κι ἡ νύφη εἶχε χάσει πρὸ πολλοῦ τὸ «ἀποδειχτικό». Τί νὰ κάνανε!; Ἐκεῖ ποὺ τὸ ψιλοκουβεντιάζανε, πιάνει νιὰ βροχή. Μπράτ!, τὰ νιογάμπρια γυρίζουνε πίσω. Γύρισε καὶ τὸ συμπεθεριὸ στὸ χωριὸ χωρὶς τὴ νύφη. Ὁ Γιάννης πούειχε σφάξει καὶ νι’ ἀρνάδα, ἔπεσε τοῦ θανατᾶ. Ἔκλαιγε καὶ τὴν προβατίνα.
- Ἄχ, προβατινίτσα μου!...
Πάει κι ἡ Δασκαλάκαινα κι ἀντὶς γιὰ εὐχὲς τοῦ λέει:
- Καψερὲ Γιάννη, καλὴ ὑπομονή…

Κάποτε σκάβανε στοῦ Κριμπᾶ. Τὸ μερομίσθιο ἦταν 1.20 δρχ. Ἐκεῖ ποὺ τοὺς πλέρωνε ὁ Κριμπάς, ἔδωκ’ ἕνα τάλληρο (ἤτανε χαρτονόμισμα) παραπάνου στὸ Γιάννη. Ρώτησε μὴν τὸ πῆρε κανένας καὶ τοῦ λέει ὁ Γιάννης:
- Ὄχι, ὄχι, κυρ Δημοστένη!  Τί νὰ ’ν τὸ κάνω ’γὼ τὸ τάλληρο;…

κεῖ στὰ 1933, γύριζε στὰ χωριὰ κάποιος Σακκὰς κι ἔκανε μικροκλεψιές. Μπῆκε καὶ στοῦ Γιάννη τὸ σπίτι κι ἔφερε τ’ ἀπάνου κάτου. Ἔρχεται σπίτι ὁ Γιάννης, γλέπει τὴν ἀκαταστασία καὶ φωνάζει τὴ γριά του:
- Γριά, ἔ μωρ’ γριά, γιὰ φέρε ’δῶ ’κεῖνο τὸ προσκεφαλάκι. (Εἶχ’ ἕνα προσκεφάλι ἀπὸ τραγόμαλλα ποὺ καθόταν ἀπάνου).
Τό ’φερε ἡ γριὰ τὸ προσκεφάλι, τὸ πῆρε στὰ χέρια του, ἔλεγξε μὴν εἶχ’ ἀνοιχτεῖ, σιγουρεύτηκε πὼς ἤτανε ἐντάξει κι ἄρχισε νὰ γελάει, νὰ ’ν  τἀγκαλιάζει, καὶ νὰ ’ν τὸ φιλάει. - Πάει, εἴπανε, τοῦ ’στριψε.
- Ἄμ, δὲ ζουρλάθηκα, τοὺς λέει. - ’Δῶ μέσα ἔχω τὴν προίκα τῆς Κουτσούρας μου! («Κουτσούρα» ἔλεγε τὴ δυχατέρα του τὴ Σταυρούλα). Μέσ’ στὸ μαξιλάρι εἶχ’ ὁ Γιάννης 30.000 δρχ!. Τεράστιο ποσὸ γιὰ τὴν ἐποχή.

Τὸν γιό του τὸν Λιὰ τὸν σκοτώσανε οἱ ἀντάρτες. Πρὶν τὸν σκοτώσουνε, ἐκεῖ γύρω στὸ 1948, κρυβότανε. Πήγανε, ποὺ λέτε, στὸ σπίτι του δυὸ ἀντάρτες τῆς πολιτοφυλακῆς καὶ βρήκανε τὸ γερο Γιάννη καὶ τὴ νύφη του νὰ κάθουνται στὸ παραγώνι. Ρωτήσανε ποῦ εἶναι ὁ Λιὰς κι ὁ γερο Γιάννης ἀρχίνησε νὰ τοὺς λέει. Τὴ νύφη του τὴ ζώσανε τὰ φίδια καὶ μὲ τρόπο ἄρχισε νὰ πατάει τὸ πόδι τοῦ Γιάννη. Ποῦ νὰ πάρει χαμπάρι ὁ γέρος!...Τὸν πατάει πιὸ δυνατά, γυρνάει καὶ τῆς λέει ὁ γέρος:
- Μὲ πατᾶς νυφή, μὲ πατᾶς!...

Λεωνίδης ἤτανε ἐγωιστὴς καὶ μερακλής. Ὅταν ἔμπαινε στὸ χορὸ τραγούδαγε:
                 «Μέσ’ τοῦ Λονταριοῦ -μωρὲ Κωσταντή-
                 μέσ’ τοῦ Λονταριοῦ τὸν κάμπο…».
Ἅμα ἤθελε νὰ ’ν τὸν πειράξει κανεὶς ἔφτανε νὰ τοῦ εἰπεῖ τὴ λέξη «Τρίκορφα». Τὴ συφορὰ τοῦ παππούλη του τοῦ Σπύρου τὴ θεωροῦσε προσωπική του ὑπόθεση.

τανε πολὺ βλάστημος. Ὅταν προπολεμικὰ τὸ χωριὸ εἶχε παραγωγὴ φακῆς, - ἐκλεκτῆς ποιότητας μάλιστα - ὅλη τὴν ἄνοιξη μποροῦσε νὰ μὴ συγνεφιάσει, μόλις ὅμως ρίνανε τὴ φακὴ στ’ ἁλώνι κάθε μέρα ἔβρεχε. Ἐκεῖ νὰ ἀκούγατε τὸ Λεωνίδη νὰ βλαστημάει καὶ νὰ φοβερίζει τὸν Θεό!.
 - Ρὲ κερατά, ἔλεγε, ἅμα σοῦ βαστάει ἔλα παρακάτου καὶ τὰ λέμε. Φοβᾶσαι, τρομάρα σου, μπὰς καὶ γένω νοικοκύρης…

Εἶχε νιὰ φορὰ ἁλωνιάτη3 τὸν Πετρουλογιώργη. Τὸ ἄχερο εἶχε γίνει σκόνη καὶ τοῦ λέει ὁ ἀγαθὸς Πετρουλογιώργης:
 - Ἔ, νὰ βγάλουμε τὰ μουλάρια· ἔγινε στάχτη.
  - Στάχτη καὶ μπαρούτι νὰ γένει τὸ δικό σου, τ’ ἀπαντάει ὁ Λεωνίδης.

λλη φορὰ στὸ μαγαζὶ ἀστειευόντανε. Γέλαγε ὁ Λεωνίδης. Ὁ Νικολὴς Ραβάνης ὁ Γούναρης, ποὺ ἤτανε ντόμπρος καὶ τά ’λεγε στὰ ἴσια, τοῦ λέει:
- Ἐσεῖς οἱ Σπυραῖοι διαλέξατε γαμπροὺς ἕναν κι ἕνα· πρῶτο μπόι ὅλοι τους. Τὸν Βοῦρκο, τὸν Γούναρη, τὸν Κριλαγανογιώργη μὲ τὰ πόδια του, τὸν Κουμοῦτσο…
Ξερὸς στὰ γέλια ὁ Λεωνίδης. Συνέχισε ὁ Γούναρης:
- Ξέχασα τὸν καλύτερο γαμπρό σας, τὸν Τσικουνίδα, πούεινε δικός σου γαμπρός.
Ἀλλάζει χρῶμα ὁ Λεωνίδης, στρίβει καὶ ὅπου φύγει-φύγει…

Τὰ νεῦρα καὶ τὶς στενοχώριες τοῦ Λεωνίδη τὰ πλήρωνε ὁ Χορευτὴς ἢ Τσιακαρίκας, ἕνα μουλαράκι του, ποὺ τόειχε κάνει νὰ μὴν πατάει ποτὲ στὰ τέσσερα.4
Ὁ γαμπρός του ὁ Βασίλης ὁ Πετρούλιας ὁ Τσικουνίδας, ποὺ δούλευε στὴν ἑταιρεία ΣΠΑΠ, κάποτε ἀρρώστησε. Συνταξιοδοτήθηκε καὶ ἦρθε στὸ χωριὸ γιὰ τὸ καλὸ κλίμα. Ἐπειδὴ στὸ πατρικό του μίνεσκε ὁ ἀδερφός του ὁ Τάσιος, εἶπε νὰ μείνει μὲ τὰ πεθερικά του. Ὅλα πηγαίνανε καλὰ γιὰ κάμποσον καιρό. Ὅταν ὅμως ὁ γαμπρὸς ἀνάρρωσε καὶ λιμπίστηκε5τὴ γυναίκα του, τὸ μυρίστηκε ὁ γέρος. Βλέπετε τὰ σπίτια τότε δὲν εἴχανε χωρίσματα… Κατεβαίνει τὸ λοιπὸν ὁ Λεωνίδης στὸ κατώι, παίρνει ἕνα στειλιάρι κι ἀρχινάει τὸν κακομοίρη τὸν Τσιακαρίκα λέγοντας:
- Δὲν ντρέπεσαι ρὲ κι ἐσὺ καὶ καταδέχεσαι ν’ ἀκοῦς ποὺ μπούρμπουνας6 ὁ Πετρουλαίικος θέλει ν’ ἀνεβεῖ στὸ δελφίνι μου!...
Τὰ μάζεψε ὁ Βασίλης καὶ πῆγε στὸ πατρικό του, γλύτωσε κι ὁ Τσιακαρίκας τὸ ξύλο.

Ὁ Θανάσης τοῦ Σπύρου εἶχε γιοὺς τὸν Νικολάκη τὸν Κοκόνη, τὸν Γιώργη ἤ Τσιόγκα, ποὺ ἐγκαταστάθηκε στοῦ Κατσαροῦ τῆς Μεσσηνίας καὶ τὸν Θανάση τὸν Καρά. Εἶχε καὶ μιὰ κόρη τὴν Τσιώνα.

Καρὰς πῆρε τ’ ὄνομα τοῦ πατέρα του, ποὺ τὸν πλάκωσε ἕνας βράχος. Ἔσκαβε γιὰ νὰ βγάλει χῶμα ὅταν ξεκόπηκε ὁ βράχος καὶ τὸν σκότωσε.

Νικολάκης, πατέρας τῶν Κοκονογκίτα, Κοκονόγιαννη, Κοκονοχρήστου καὶ Κοκονογληγόρη, ἤτανε ἀγαθὸς ἄνθρωπος. Δὲν εἶχε ποτὲ διαβολοστείλει. «Χάει στὸ Χριστό», ἔλεγε.

δυναμία τοῦ Νικολάκη ἤτανε τὸ κρασί. Στὰ γεράματά του εἶχε πρόβλημα μὲ τὰ μάτια του καὶ τούειπανε νὰ μὴ ρίνει ἁλάτι στὸ φαΐ του. Ἔ, αὐτὸς δὲν ἔρινε, ἔτρωγε μόνο…σαρδέλλες.
Γήτευε τὶς γυναῖκες ὅταν τὶς πόναγε τὸ στῆθος τους. Ἤτανε μοναδικὸς καὶ περιζήτητος. Στὸ γήτεμα ἔλεγε τὴν εὐκή: «Ἅγιε μου Δημήτρη, Ἅγιε μου Νικόλα, Ἅγιε μου…(μνημόνευε ὅσους Ἅγιους θυμόταν), Ἅγια μου ἅγια Βαρβάρα φέρε τῆς (τάδε) τὸ γάλα».

Εἶχε παντρευτεῖ τὴν ἀδερφὴ τοῦ γέρο Σκαντάλη τὴν Ἑλένη ἢ Κλιτσίκω. Τὸ παρατσούκλι τὸ κληρονομήσανε κι οἱ ἐγγόνες της.

Θανάσης ὁ Καρὰς ἦταν αὐτὸς ποὺ σκότωσε τὸν Καροῦτσο. Εἶχε πολυμελὴ οἰκογένεια. Ὁ γιός του ὁ Δημοστένης ἤτανε στὴν Ἀθήνα ἀρχιλοῦστρος. Ὅταν ὅμως ἔφυγε γιὰ τὴν Ἀμερική, τὴ δραστηριότητά του στὴν Ἀθήνα τὴν ἀνάλαβε ὁ πατέρας του. Ρόγιαζε παιδάκια ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ γιὰ λούστρους.

Μάζεψε κάποτε κανιὰ δεκαριὰ παιδάκια καὶ μὲ καράβι τὰ πήγαινε ἀπὸ Καλαμάτα στὸν Πειραιά. Ἔβγαλε μισὸ εἰσιτήριο καὶ μπήκανε στὸ καράβι.
- Ἅμα ἔρθει ὁ ἐλεχτής, τοὺς λέει, καὶ ζητήσει τὰ εἰσιτήρια θὰ δείξουτ’ ἐμένα καὶ θὰ εἰποῦτε πῶς τά ’χει ὁ καπετάνιος.
Πάει παραπέρα καὶ ξαπλώνει. Φόραγε καὶ κάτι μπότες μέχρι τὸ γόνα, ἀγνώστου προελεύσεως. Ξεκινήσανε. Ὅταν ζητήσανε ἀπὸ τὰ παιδάκια τὰ εἰσιτήρια, ἐκεῖνα δασκαλεμένα λένε:
- Τά ’χει ὁ καπετάνιος.
Ὁ Καρὰς παραπέρα ἔκανε πὼς κοιμᾶται. Πάει ὁ ἐλεγκτὴς κοντὰ καὶ τὸν σκουντάει. Πετάγετ’ ἀπάνου ὁ Καρὰς ἀγριεμένος.
- Τί τρέχει καὶ μ’ ἔσκιαξες;
- Τὰ εἰσιτήρια…, τοῦ λέει.
- Τὰ εἰσιτήρια; Νά!… Βγάνει καὶ τοῦ δείχνει τὸ μισὸ καὶ τοῦ λέει:
- Ξέρεις ποιός εἶμαι ’γώ; Θὰ σοῦ δείξω ’γὼ σὰ φτάσουμε στὸν Περαία!...
Βγάνει κι ἕνα χαρτὶ καὶ μολύβι κι ἔκανε πὼς πάει νὰ γράψει, ἐνῶ δὲν ἤξερε γράμματα,
- …τὰ στοιχεῖα σου, τὰ στοιχεῖα σου γλήγορα!.
Χίλια συγνώμη ζήτησ’ ὁ ἀνθρωπάκος κι ὁ Καρὰς οὔτε ποὺ ξαναενοχλήθηκε.

Φτάσανε κανιὰ φορὰ στὸν Πειραιὰ καὶ πήραν’ ἕνα κάρο γιὰ τὴν Ἀθήνα. Καμάρων’ ὁ Καράς – «καπετάνιο» τὸν ἔλεγε κι ὁ ἁμαξάς -, φτάσανε στὸ Μεταξουργεῖο. Πηδάει κάτου ὁ Καρὰς καὶ λέει στὸν ἁμαξά:
- Νιὰ στιμὴ νὰ κατουρήσω κι ἔφτασα νὰ σὲ πλερώσω…
Μπαίνει ὁ Καρὰς στὸ καφενεῖο τοῦ Μητσέα καὶ καρφὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἄλλη πόρτα. Δασκαλεμένα καὶ τὰ παιδιὰ φύγανε. Ὁ ἁμαξὰς περιμένει ἀκόμα…

Τὰ παιδιὰ τὰ εἶχε σ’ ἕνα δωμάτιο καὶ νιὰ φορὰ τὴ βδομάδα τοὺς ἀγόραζε πλεμόνια βοϊδινά, τοὺς ἔφκιανε καὶ νιὰ κατσαρόλα κριθαράκι καὶ τὰ τάιζε ἐξτρά.
Κάποτε πέρασ’ ὁ ἀνηψιός του ὁ Ἀντώνης ὁ Κεφάλας, - ἤτανε στρατιώτης κι εἶχε ἄδεια - καὶ τὸν προσκάλεσε ὁ Θανάσης νὰ τοῦ κάνει τὸ τραπέζι.
- Τί ’ναι τοῦτο, μπάρμπα; ρωτάει ὁ Ἀντώνης. - Δὲν τὰ λυπᾶσαι τὰ κακόμοιρα, θ’ ἀρρωστήσουνε. Δὲν ἔχεις τὸ Θεό σου;
- Τί λὲς ρέ; ἀπαντάει ὁ Θανάσης. - Ἔτρωγες καὶ στὸ σπίτι σου τέτοιο φαΐ;

ταν πρωτοπῆγε στὴν Ἀθήνα, μπῆκε σ’ ἕνα καφενεῖο καὶ παράγγειλε καφέ. Παίρνει καὶ νιὰ ’φημερίδα – νὰ διαβάσει τάχα -, ἀλλὰ τὴν βάσταγε ἀνάποδα. Τὸν τήραγε κάποιος ἐκεῖ δίπλα καὶ τὸν ρωτάει:
- Μπάρμπα, τί γράφει ἡ ἐφημερίδα;
- Ἔ, οὗλο τὰ ἴδια κοπανάει…, ἀπαντάει ὁ Καράς. Γιὰ νὰ κάνει μάλιστα καὶ τὸ κομμάτι του, φωνάζει τὸν καφετζή.
- Ἔ, παιδί, φέρε μου κι ἐμένα ἀπὸ ’κεῖνο τὸ παιχνιδάκι!  Εἶχε εἰδεῖ κάποιον ποὺ ρούφαγε ναργιλὲ κι ἤθελε κι αὐτός.
Τοῦ πῆγε ὁ καφετζὴς τὸν ναργιλέ, βάνει τὸ μαρκούτσι στὸ στόμα, κι ἀντὶς νὰ ρουφήξει,…φύσηξε ὁ Καράς. Πεταχτήκανε οἱ σπίθες καὶ γέλασε καὶ τὸ παρδαλὸ κατσίκι.

λλοτε πάλι εἶπε νὰ πάει στὴν Ἀθήνα μὲ τὸ τραῖνο, ἀλλὰ ὅπως πάντα χωρὶς εἰσιτήριο. Ὁ ἐλεγκτὴς τὸν πῆγε στὸν προϊστάμενό του. Τοῦ λέει ὁ Καράς:
- Τί λὲς ρ’ ἀδερφέ; Γιὰ μένα πάει τὸ τραῖνο; Πάει ποὺ πάει. Ἔ, ἅμα ’ρθεῖς στὸ χωριό μου θὰ σοῦ δώκω τὴν Κοκκίνω7 νὰ περπατᾶς οὕλη μέρα καβάλα!.

Κάποια Πρωτοχρονιὰ παίζανε τριάντα ἕνα ὁ Καράς, ὁ Τάσιος ὁ Πετρούλιας, ὁ Κώστας ὁ Κολοβός, ὁ Κώστας ὁ Βρῶτσος κι ἄλλοι. Ὁ Τάσιος ἔκανε κάσσα κι ὅταν ἔχανε ἔλεγε: «τζενεράλ!».8 Ὁ Καρὰς κέρδιζε καὶ σὲ κάθε παρτίδα ἔλεγε: «ποὺ τσιουράει!»9. Τοὺς ξετίναξε ὁ Καράς. Ἤρθανε μεσάνυχτα κι ἀκόμα παίζανε. Καταφτάνει τότε ἡ γυναίκα τοῦ Καρᾶ, ἡ Ἑλένη, φωνάζοντας:
- Δὲ ντρέπεσαι μωρὲ κακομοίρη, μὲ τὰ παιδιά σου παίζεις; (ἦταν ὅλοι κατὰ 40 χρόνια μικρότεροι). Ποὺ νὰ σὲ κάψει ἡ γιαστραπή!...
Ἀτάραχος ὁ Καρὰς γυρνάει στὸν Τάσιο:
- Ρὲ καλόπαιδο, δὲ βγάνεις κι ἕνα χαρτάκι τῆς Ἑλένης τώρα ποὺ  τσιουράει;
__________________________________________________

1. Στοῦ ’Σχήρας=ὄνομα χωραφιῶν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό.
2. Τρουπίτσες=τοποθεσία στὸ χωριό.
3. ἁλωνιάτης=αὐτὸς ποὺ μὲ τὸ ζῶο του βοηθοῦσε κάποιον ἄλλο στὸ ἁλώνισμα τῶν σιτηρῶν.
4. «νὰ μὴν πατάει στὰ τέσσερα»= Ἀπὸ τὸ φόβο του νὰ πηγαίνει μόνο τρέχοντας.
5. λιμπίζουμαι=ἐπιθυμῶ πολύ, λαχταρῶ.
6. μπούρμπουνας=σκαθάρι.
7. Κοκκίνω=τὸ ὄνομα τοῦ μουλαριοῦ του.
8. «τζενεράλ!»=ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ σλόγκαν τοῦ Τάσιου τοῦ Πετρούλια μὲ τὰ ὁποῖα διάνθιζε τὶς κουβέντες του, ὅπως:
   «Αλαχράμ!», «κουραζέρα!».
9. τσιουράω=(γιὰ ὑγρά) τρέχω, ἔχω διαρροὴ. «ποὺ τσιουράει»=ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὑπονοούμενο, τὸ ἔλεγε καὶ σὰν εὐχή, «βάλε
    χαρτὶ τώρα ποὺ τρέχει, ποὺ ἔχω τύχη, ρέντα».